Η ελληνική κτηνοτροφία αντιμετωπίζει μια σειρά από προκλήσεις που απαιτούν άμεση δράση για να διατηρήσει την οικονομική της θέση και να προστατεύσει το περιβάλλον. Από την υπερπαραγωγή κρέατος έως την εξάντωση των αγροτικών εδαφών, οι επιπτώσεις είναι ορατές τόσο σε τοπικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία του Ελληνικού Στατιστικού Γραφείου (ΕΛΣΤΑΤ), το 2022 η Ελλάδα ήταν η τρίτη μεγαλύτερη παραγωγός κρέατος στην Ευρώπη, παράγοντας περίπου 700.000 τόνοι κρέατος και 1,2 εκατομμύρια τόνοι γαλακτοκομικών προϊόντων, με το κρέας να αντιπροσωπεύει περίπου το 15% της συνολικής κτηνοτροφικής παραγωγής. Ωστόσο, παρά τη μεγάλη παραγωγική δυναμικότητα, η χώρα αντιμετωπίζει προβλήματα όπως η υπερκατανάλωση κρέατος από τους κατοίκους και η χαμηλή παραγωγικότητα σε ορισμένες περιοχές, που οδηγούν σε χαμηλότερες ετήσιες αποδόσεις.
Ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα είναι η υπερχρηματοδότηση της κτηνοτροφίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει οδηγήσει σε υπερπαραγωγή και πτώση των τιμών. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το 2021 οι υποτροφίες για την κτηνοτροφία έφτασαν τα 350 εκατομμύρια ευρώ στην Ελλάδα, με την πλειοψηφία να καλύπτει την ενέργεια και τα έξοδα τροφίμων για τα ζώα. Ωστόσο, αυτή η πολιτική έχει ως αποτέλεσμα την υπερπαραγωγή κρέατος και την αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, με την Ελλάδα να κατατάσσεται μεταξύ των χωρών με τις υψηλότερες εκπομπές από την κτηνοτροφία στην Ευρώπη. Μια μελέτη του Πανεπιστημίου Αθηνών αποδεικνύει ότι η κτηνοτροφία στην Ελλάδα συμβάλλει με περίπου το 10% στις συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου του κράτους.
Παράλληλα, η κτηνοτροφία έχει επιπτώσεις στην αγροτική κληρονομιά και την τοπική οικονομία. Οι μικροπαραγωγείς, οι οποίοι αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κτηνοτροφίας, αντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγω της ανταγωνιστικής πίεσης από μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την Ένωση Ελληνικών Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΕΑΣ), το 70% των αγροτικών οικογενειών στην Ελλάδα δεν μπορεί να διατηρήσει την κτηνοτροφική δραστηριότητα λόγω της οικονομικής κρίσης και της χαμηλής ζήτησης για προϊόντα τοπικής παραγωγής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την μείωση του αριθμού των αγροτικών οικοδομών και την απώλεια εργασιακών θέσεων.
Η βιώσιμη κτηνοτροφία αποτελεί μια από τις πιο αποτελεσματικές λύσεις για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Η χρήση εναλλακτικών τροφών για τα ζώα, όπως τα φυτά και τα υπολείμματα τροφίμων, μπορεί να μειώσει την πίεση στα αγροτικά εδάφη και να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Επιπλέον, η ανάπτυξη τοπικών αγροτικών συστημάτων και η προώθηση της διατροφικής αλλαγής προς την κατεύθυνση της μείωσης της κατανάλωσης κρέατος θα μπορούσε να βοηθήσει στην βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των αγροτών και στην προστασία του περιβάλλοντος. Η Ελλάδα έχει ήδη ξεκινήσει προγράμματα για την προώθηση της βιώσιμης κτηνοτροφίας, όπως το πρόγραμμα «Ελλάδα 2030», το οποίο στόχευε να αυξήσει την παραγωγή βιοκαυσίμων και να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
Ένα άλλο σημαντικό θέμα είναι η διαχείριση των αποβλήτων από την κτηνοτροφία. Τα κρέατα και τα υπολείμματα τροφίμων από τα ζώα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πηγή ενέργειας και ως βιώσιμη πηγή τροφίμων για άλλους τομείς. Η Ελλάδα έχει αναπτύξει προγράμματα για την επαναχρησιμοποίηση αυτών των αποβλήτων, όπως το πρόγραμμα «Απορρίμματα ως Πηγή Ενέργειας», το οποίο έχει ως στόχο να μειώσει την χρήση ενέργειας από εξωτερικές πηγές και να βελτιώσει την περιβαλλοντική βιωσιμότητα της κτηνοτροφίας.
Η ανάπτυξη της βιολογικής κτηνοτροφίας αποτελεί επίσης μια σημαντική στρατηγική για την ελληνική κτηνοτροφία. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η βιολογική κτηνοτροφία μπορεί να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά το 30% σε σύγκριση με τη συμβατική κτηνοτροφία. Η Ελλάδα έχει ήδη αυξήσει την έκταση των βιολογικών αγροτικών εκτάσεων από το 2015, με την βιολογική κτηνοτροφία να αποτελεί περίπου το 5% της συνολικής κτηνοτροφικής παραγωγής. Ωστόσο, υπάρχει μεγάλη δυναμική για την ανάπτυξη αυτής της μορφής κτηνοτροφίας, ειδικά σε περιοχές με φυσικές και κλιματικές συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξη βιολογικών προϊόντων.
Η συνεργασία μεταξύ των κυβερνητικών οργάνων, των αγροτικών συνεταιρισμών και των ερευνητικών ιδρυμάτων είναι κρίσιμη για την επιτυχία αυτών των πρωτοβουλιών. Η Ελλάδα έχει ήδη ξεκινήσει διάφορες πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, όπως το πρόγραμμα «Ελληνική Αγροτική Έρευνα», το οποίο στόχευε να ενισχύσει την έρευνα και την ανάπτυξη σε θέματα κτηνοτροφίας και περιβάλλοντος.
- Η Ελλάδα είναι η τρίτη μεγαλύτερη παραγωγός κρέατος στην Ευρώπη, παράγοντας περίπου 700.000 τόνοι κρέατος και 1,2 εκατομμύρια τόνοι γαλακτοκομικών προϊόντων το 2022.
- Η κτηνοτροφία στην Ελλάδα συμβάλλει με περίπου το 10% στις συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
- Το 70% των αγροτικών οικογενειών στην Ελλάδα δεν μπορεί να διατηρήσει την κτηνοτροφική δραστηριότητα λόγω οικονομικών δυσκολιών.
- Η βιολογική κτηνοτροφία μπορεί να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά το 30% σε σύγκριση με τη συμβατική κτηνοτροφία.
- Η Ελλάδα έχει αυξήσει την έκταση των βιολογικών αγροτικών εκτάσεων από το 2015, αν και η βιολογική κτηνοτροφία αποτελεί περίπου το 5% της συνολικής κτηνοτροφικής παραγωγής.